Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

vacciner στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
vacciner
λέγεται
βαξινέ
.
vacciner
σημαίνει στα ελληνικά
εμβολιάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • vaccine : ευλογιά των βοοειδών
  • Vaccinia virus / virus de la vaccine : ιός εμβολιασμού
  • stratégie "DIVA" / stratégie de différenciation des animaux infectés et des animaux vaccinés : στρατηγική DIVA / στρατηγική για τη διαφοροποίηση των μολυσμένων από τα εμβολιασμένα ζώα
  • enfant à vacciner / sujet en cours de vaccination : άτομο προς εμβολιασμό
  • aiguille à vacciner : βελόνα για εμβολιασμούς
  • lancette à vacciner : νυστέρι εμβολιασμού
  • vaccine de Besredka : εμβόλιο Besredka
  • zone de vaccination / zone territoriale vaccinée : ζώνη εμβολιασμού
  • anticorps anti-vaccine : αντισώματα δαμαλίδας

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments