Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vagabondage στα ελληνικά
vagabondage
λέγεται
βαγκαμπονντάζ
.
vagabondage
σημαίνει στα ελληνικά
αλητεία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- manie du vagabondage : δρομομανία / δραπετομανία
Subscribe
0 Comments


