Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vaillant στα ελληνικά
vaillant
λέγεται
βαγιάν
.
vaillant
σημαίνει στα ελληνικά
γενναιόψυχος / ανδρείος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
