Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

valoriser στα ελληνικά
valoriser
λέγεται
βαλοριζέ
.
valoriser
σημαίνει στα ελληνικά
αξιολογώ / αναδείχνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- agrégat valorisé : ανακτημένο συσσωμάτωμα
- matériau valorisé : ανακτημένο υλικό
- papier valorisé : ανακτημένο χαρτί
- usages valorisants : προτιμώμενες χρήσεις
- substance valorisée : ανακτημένη ουσία
- emploi peu valorisant : εργασία χωρίς δυνατότητες ανάδειξης
- opérateur de valorisation / entreprise opérant une valorisation : φορέας ανάκτησης / παρασκευαστής ανακτημένης ουσίας
- valoriser le potentiel de l'Union : αξιοποιώ το δυναμικό της Ένωσης
- déchets destinés à être valorisés : απόβλητα προς αξιοποίηση
- quantités valorisées par des prix : ποσότητες πολλαπλασιασμένες επί τις τιμές
Subscribe
0 Comments


