Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vanité στα ελληνικά
vanité
λέγεται
βανιτέ
.
vanité
σημαίνει στα ελληνικά
ματαιοδοξία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- effet de vanité / biais dû à l'amour propre : επίδραση έπαρσης
Subscribe
0 Comments


