Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

variable στα ελληνικά
variable
λέγεται
βαριάμπλ
.
variable
σημαίνει στα ελληνικά
μεταβλητός / άστατος / διάφορος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
