Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

végéter στα ελληνικά
végéter
λέγεται
βεζετέ
.
végéter
σημαίνει στα ελληνικά
φυτοζωώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cystite végétante : φυτική κυστίτις
- maladie de Darier / psorospermose folliculaire végétante : νόσος Darier / βλαστική θυλακιώδης ψωροσπερμίαση
- pemphigus végétant : πέμφιγα Neumann / βλαστική πέμφιγα
- pemphigus végétant : βλαστική ή εκβλαστική πέμφιγα του Neumann
- épithélioma végétant : εκβλαστικό βασικοκαρκίνωμα
- pemphigus végétant grave : βαρεία εκβλαστική πέμφιξ
Subscribe
0 Comments


