Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vendange στα ελληνικά
vendange
λέγεται
βανντάζ
.
vendange
σημαίνει στα ελληνικά
τρύγος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- récolte / vendange : τρυγητός / συγκομιδή
- récolte / vendange : τρύγος / εσοδεία
- Spätlese / vendange tardive : όψιμος τρυγητός
- baillot / banaste : κάλαθος τρυγητού
- fouloir / fouloir à vendanges : θλιπτήριο
- vendangette / ciseaux à vendange : ψαλίδι τρυγητού / ψαλίδι του τρύγου
- noria / convoyeur à godets : καδοφόρος μεταφορέας / μεταφορέας με κάδους
- vendangeuse / machine à vendanger : τρυγητής / μηχανή τρύγου
- pompe à moût / pompe à vendanges : αντλία μούστου / αντλία για τη μεταφορά γλεύκους
Subscribe
0 Comments


