Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

venin στα ελληνικά
venin
λέγεται
βενέν
.
venin
σημαίνει στα ελληνικά
δηλητήριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- domte venin : αλεξιτοξικό το φαρμακευτικό
- venin d'abeille : δηλητήριο της μέλισσας
- venin de serpent : δηλητήριο φιδιού
- allergie au venin d'abeille : αλλεργία δηλητήριοθ μελισσών
- venin désséché en paillettes : αποξηραμένο δηλητήριο σε ψήγματα
Subscribe
0 Comments


