Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

verrouillage στα ελληνικά
verrouillage
λέγεται
βερουγιάζ
.
verrouillage
σημαίνει στα ελληνικά
κλείδωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- calage / verrouillage : συγκράτηση ενός σημείου μιας κυματομορφής σε μια αυθαίρετη στάθμη
- verrouillage : εγκλωβισμός
- verrouillage / exclusion du marché : μονοπωλιακός έλεγχος της αγοράς
- verrouillage : ασφάλιση
- verrouillage : "κλείδωμα"
- verrouillage : δυνατότητα φραγής
- verrouillage : κλείδωμα
- blocage / verrouillage : ασφάλιση / διάταξη κλειδιών
- verrouillage / enclenchement : διάταξη αλληλασφάλισης
- couplage / verrouillage : μανδάλωμα / μπλοκάρισμα
Subscribe
0 Comments


