Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

verser στα ελληνικά
verser
λέγεται
βερσέ
.
verser
σημαίνει στα ελληνικά
χύνω / ρίχνω / καταβάλλω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- verser : γέρνω / πέφτω
- versant : λεκάνη τροφοδοσίας
- verse : πλάγιασμα / κλίση σταχυών προς την γη
- versant : κλιτύς / πρανές στέγης
- S30 / ne jamais verser de l'eau dans ce produit : Σ30 / ποτέ μην προσθέτετε νερό στο προϊόν αυτό
- indemnité / règlement : αποζημιώσεις
- vice versa : και τούμπαλιν / και αντιστρόφως
- taxe en aval : φόρος επί των εκροών / φόρος επί των πωλήσεων προς ξένους
- TVA supportée à l'achat / TVA en amont : φόρος αγοράς / προκαταβαλλόμενος φόρος
- piétin-verse : κερκοσπορίωσις των σιτηρών
Subscribe
0 Comments


