Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vêtement στα ελληνικά
vêtement
λέγεται
βετμάν
.
vêtement
σημαίνει στα ελληνικά
ρούχο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vêtement / habillement : ένδυση/ενδυμασία
- vêtement : ένδυμα
- vêtements : Ρούχα
- S363739 / S36-37-39 : Σ36/37
- tricoté / vêtement tricoté : πλεκτά προϊόντα
- S3637 / S36-37 : Σ36/37
- S3639 / S36-39 : Σ36/39
- sergé sport / sergé pour vêtements de sport : διαγωνάλ ιππασίας
- ITCB / Bureau international des textiles et vêtements : Διεθνές γραφείο κλωστοϋφαντουργίας και ιματισμού
- ATV / accord sur les textiles et les vêtements : ΠΟΕ / συμφωνία για τα κλωστοϋφαντουργικά και τα είδη ένδυσης
Subscribe
0 Comments


