Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vêtu στα ελληνικά
vêtu
λέγεται
βετύ
.
vêtu
σημαίνει στα ελληνικά
ντυμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- orge vêtue : βρακτειοφόρο κριθάρι
- grain vétu / grain imbattu : ντυμένος σπόρος / αξεφλούδιστος σπόρος
- charbon vêtu de l'orge / charbon couvert de l'orge : άνθρακας καλυμμένος της κριθής
Subscribe
0 Comments


