Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

viande στα ελληνικά
viande
λέγεται
βιανντ
.
viande
σημαίνει στα ελληνικά
κρέας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- viande : κρέας
- Office national interprofessionnel de la viande, de l'élevage et de l'aviculture / Ofival : Εθνικός διεπαγγελματικός οργανισμός κρεάτων κτηνοτροφίας και πτηνοτροφίας
- viandes : κρέας
- cretons / rillons : ινώδη κατάλοιπα ζωϊκού λίπους / υπόλειμμα βιομηχανίας ζωικού λίπους
- gibier / viande de chasse : θήραμα
- CTSCCV / centre technique de la salaison, de la charcuterie et des conserves de viandes : τεχνικό κέντρο παστώματος, αλαντοποιίας και κονσερβών κρέατος
- marbré / viande marbrée : κρέας μαρμαρωτό
- gagnage / culture à gibier : βοσκότοπος θηραμάτων
- SIBEV / Société interprofessionnelle du bétail et des viandes : Διεπαγγελματική εταιρεία ζώων και κρεάτων
- CCBV / Comité professionnel des coopératives des pays du Marché commun pour le bétail et la viande : Επιτροπή συνεταιρισμών κτηνοτροφίας και κρέατος των χωρών της Κοινής Aγοράς
Subscribe
0 Comments


