Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vidange στα ελληνικά
vidange
λέγεται
βιντάνζ
.
vidange
σημαίνει στα ελληνικά
εκκένωση / αλλαγή λαδιών
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vidange : εξαγωγή / εκχύλιση
- vidange : άφορτο εκτόπισμα
- vidange / déstockage : απόληψη νερού από τον ταμιευτήρα
- vidange / restitution : εκκένωση / έργα απόληψης
- vidange : εκκένωση συστήματος
- vidange : στόμιο εκροής
- vidange : άδειασμα / εκκένωση
- vidange / changement d'huile : άδειασμα / εκκένωση
- vidange / vidange d'huile : αλλαγή λαδιού
- vidange : εκκένωση / εκκενώνω
Subscribe
0 Comments


