Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vigneron στα ελληνικά
vigneron
λέγεται
βινιερόν
.
vigneron
σημαίνει στα ελληνικά
αμπελουργός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vigneron / viticulteur : αμπελουργός / αμπελοκαλλιεργητής
- houe à cheval / houe vigneronne : αμπελουργικό σκαλιστήρι / αμπελουργικός καλλιεργητής
- araire vigneron / charrue vigneronne : αμπελουργικό άροτρο
- rampe vigneronne / rampe à portique : ιστός αμπέλου
- tracteur vigneron : ελκυστήρας αμπελώνων
- charrue vigneronne : αμπελουργικό άροτρο / καλλιεργητής αμπέλου
- chenillard vigneron : αμπελουργικός διασκελιστής με ερπύστριες
- butteuse vigneronne : αμπελουργικόν άροτρον
- sécateur de vigneron : ψαλίδα κλαδέματος αμπελιών
- poumon des vignerons / maladie des vignerons : πνευμονοπάθεια των αμπελουργών
Subscribe
0 Comments


