Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

violent στα ελληνικά
violent
λέγεται
βιολάν
.
violent
σημαίνει στα ελληνικά
βίαιος / σφοδρός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tempête / violent orage : βίαιη καταιγίδα / επικίνδυνος καιρός
- pensée / pensée sauvage : πανσές / βιολέτα
- viole : βιόλα
- basse de viole / viole de gambe : μπασαβιόλα
- ressaut violent : ισχυρόν άλμα
- conflit violent : βίαιη σύγκρουση
- violente tempête : σφοδρή θύελλα
- violente tempête : σφοδρή θύελλα / βίαιη καταιγίδα
- céphalée violente : έντονη κεφαλαλγία
- extrémisme violent : βίαιος εξτρεμισμός
Subscribe
0 Comments


