Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

violer στα ελληνικά
violer
λέγεται
βιολέ
.
violer
σημαίνει στα ελληνικά
βιάζω / παραβιάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pensée / pensée sauvage : πανσές / βιολέτα
- viole : βιόλα
- tempête / violent orage : βίαιη καταιγίδα / επικίνδυνος καιρός
- basse de viole / viole de gambe : μπασαβιόλα
- ressaut violent : ισχυρόν άλμα
- conflit violent : βίαιη σύγκρουση
- extrémisme violent : βίαιος εξτρεμισμός
- traumatisme violent : βίαιο τραύμα
- lutte contre l'extrémisme violent : καταπολέμηση του βίαιου εξτρεμισμού
Subscribe
0 Comments


