Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

virage στα ελληνικά
virage
λέγεται
βιράζ
.
virage
σημαίνει στα ελληνικά
στροφή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- virage / altération : αλλαγή χρώματος
- virage : στροφή
- virage : τονισμός
- virage / rotation : στροφή αλεξιπτωτιστού
- virer / virage : γυρίζω / στρέφω
- virage : αλλαγή χρώματος
- virage : στροφή / στρίψιμο
- halage / virage : ανάσυρση του διχτυού
- inclinomètre / indicateur de virage : κλινόμετρο / κλισιόμετρο
- virage à flot : Εκτροπή σε διάδρομο καλυμμένο με νερό
Subscribe
0 Comments


