Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

virement στα ελληνικά
virement
λέγεται
βιρμάν
.
virement
σημαίνει στα ελληνικά
στροφή / γύρισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- virement : εντολή
- virement : μεταφορά
- RS VII / recommandation spéciale VII sur les virements électroniques : SR VII / ειδική σύσταση VII για τις ηλεκτρονικές μεταφορές χρηματικών ποσών
- virement OUR : μεταφορά "OUR"
- virement BEN : μεταφορά "BEN"
- GSA / procédure commune de traitement des bulletins de versement : GSA / κοινή διαδικασία επεξεργασίας εντύπων πληρωμής
- virement SHARE : μεταφορά "SHARE"
- virement mixte : μικτή μεταφορά
- virement global : συνολική μεταφορά
- banque centrale / compte de virements : τρεχούμενος λογαριασμός / ενοποιημένος λογαριασμός εξόδων
Subscribe
0 Comments


