Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

viril στα ελληνικά
viril
λέγεται
βιρίλ
.
viril
σημαίνει στα ελληνικά
αρρενωπός / αντρίκιος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
