Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

voleur στα ελληνικά
voleur
λέγεται
βολέρ
.
voleur
σημαίνει στα ελληνικά
κλέφτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- voleur : κλέφτης
- ptine voleur / ptine bigarré : πτίνος
- voleur de courant : απορροφόν πλαίσιο
Subscribe
0 Comments


