Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vorace στα ελληνικά
vorace
λέγεται
βοράς
.
vorace
σημαίνει στα ελληνικά
λαίμαργος / αδηφάγος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vorace : αρπακτικός
- non-vorace : μη αρπακτικός
- marge vorace : συναλλαγές τύπου "ανάσα του αλιγάτορα"
Subscribe
0 Comments


