Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vrac στα ελληνικά
vrac
λέγεται
βρακ
.
vrac
σημαίνει στα ελληνικά
en vrac χύμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- brut / en vrac : αμορφοτύπητος / μη μορφοτυπημένος
- IBC / recueil IBC : IBC / κώδικας IBC
- IGC / recueil IGC : IGC / κώδικας IGC
- BCH / Recueil de règles relatives à la construction et à l'équipement des navires transportant des produits chimiques dangereux en vrac : BCH / Κώδικας για την κατασκευή και τον τεχνικό εξοπλισμό πλοίων που μεταφέρουν χύδην επικίνδυνες χημικές ουσίες
- IBC / Recueil international de règles relatives à la construction et à l'équipement des navires transportant des produits chimiques dangereux en vrac : IBC / Διεθνής Κώδικας για την κατασκευή και τον εξοπλισμό των πλοίων που μεταφέρουν επικίνδυνα χημικά χύμα
- bourre / fibre courte en vrac : κοντό υαλόνημα
- paille / paille en vrac : άχυρο
- en vrac : χύδην
- en vrac : χύμα / χύδην
- vraquier / transporteur de vrac : πλοίο χύδην φορτίου / πλοίο μεταφοράς φορτίου χύμα
Subscribe
0 Comments


