Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

carré in Greek
carré
is pronounced
καρέ
.
carré
means in Greek
τετραγωνικός / τετράγωνο
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- carré : πλατεία/τετράγωνο
- # / carré : ράβδος τετραγωνικής διατομής / ράβδος χάλυβα τετραγωνικής διατομής
- carré / grand dos : τετράγωνο
- carré / clé carrée : τετράγωνο κλειδί / κλειδί της Βέρνης
- carré / sémaphore : δίσκος σημαφόρος
- carré / carré mâle : τετράγωνο / αρσενικό τετράγωνο
- carré / trou carré : τετράγωνη οπή
- carre : κόστα καλαποδιού
- cd-m2 / 1 candela par mètre carré : cd/m2
Subscribe
0 Comments


