Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

commis in Greek
commis
is pronounced
κομί
.
commis
means in Greek
υπάλληλος
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- commis : βοηθός γραφείου
- commis / commis de ferme : υπάλληλος αγροτικής επιχείρησης
- commis : εντολοδόχος
- TPIR / Tribunal pour le Rwanda : Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα / Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την εκδίκαση παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο έδαφος της Ρουάντα
- TPIY / Tribunal pénal international pour l'ex-Yougoslavie : Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία / Διεθνές Δικαστήριο για την Ποινική Δίωξη των Προσώπων που Ευθύνονται για τη Διάπραξη Σοβαρών Παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο Εδαφος της Πρώην Γιουγκοσλαβίας
- mandant / commettant : εντολέας / εντολοδότης
- COSAC / Conférence des organes spécialisés dans les affaires communautaires : COSAC / Διάσκεψη των επιτροπών κοινοτικών και ευρωπαϊκών υποθέσεων των Κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
- mandant / commettant : εντολοδότης
- OICV / Organisation internationale des commissions de valeurs : IOSCO / Διεθνής Οργάνωση Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων
- FESCO / Forum des commissions européennes de valeurs mobilières : FESCO / βήμα των ευρωπαϊκών επιτροπών κεφαλαιαγοράς
Subscribe
0 Comments


