Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

décaper in Greek
décaper
is pronounced
ντεκαπέ
.
décaper
means in Greek
τρίβω / καθαρίζω
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- décaper / piocher : σκαριφίζω
- décaper / dérocher : καθαρίζω την επιφάνεια μετάλλου
- flux / fondant : συλλίπασμα
- décapant / dérochant : διάλυμα αποξείδωσης / υγρό καθαρισμού μεταλλικών επιφανειών
- sabler / décaper au jet de sable : καθαρίζω με αμμοβολή / επεξεργάζομαι επιφάνεια με αμορριπή
- décapant / dévernisseur : αποβαφικό / αποχρωστικό
- dévernisseur / décapant de peinture : αποχρωστικό
- pâte à souder / flux décapant en pâte : πάστα συγκολλήσεως
- lampe à décaper : καμινέτο αφαίρεσης χρώματος / καμινέτο για το επιφανειακό καθάρισμα
- pâte décapante : ρευστοποιητής συγκόλλησης
Subscribe
0 Comments


