Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

franchise in Greek
franchise
is pronounced
φρανσίζ
.
franchise
means in Greek
ατέλεια / ειλικρίνεια
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- franchise / franchisage : δικαιόχρηση / δικαιοχρησία
- franchise : απαλλαγή / όριο ενεργοποίησης
- franchise : περιθώριο αδράνειας
- franchise : ίδια συμμετοχή
- franchise : ατέλεια
- franchisé : λήπτης / δικαιοδόχος
- franchises : δασμολογική ατέλεια / απαλλαγή από δασμούς
- franchiser : παρέχω δικαίωμα συμμετοχής σε σύστημα ενοποιημένης παρουσίας/franchise
- franchisés : δικαιοδόχοι
- franchises : εξαιρετέα περιθώρια
Subscribe
0 Comments


