Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

nettoyer in Greek
nettoyer
is pronounced
νετουαγέ
.
nettoyer
means in Greek
καθαρίζω
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- drague / trancheuse-cureuse de fossés : βυθοκόρος / εκσκαφέας-καθαριστής τάφρων
- S40 / pour nettoyer le sol ou les objets souillés par ce produit, utiliser ... (à préciser par le fabricant) : Σ40 / για τον καθαρισμό του πατώματος και όλων των αντικειμένων που έχουν μολυνθεί απ αυτό το υλικό χρησιμοποιείτε...(το είδος καθορίζεται από τον κατασκευαστή)
- soie nettoyée : μετάξι πλυμένο / μετάξι καθαρισμένο
- nettoie-pipes : ψήκτρα για τον καθαρισμό των πιπών / βουρτσάκι για τον καθαρισμό των πιπών
- zone nettoyée : καθαρισμένη περιοχή
- nettoyer en lavant : καθαρίζω με πλύσιμο
- nettoie-projecteur / nettoyeur de projecteur : συσκευή καθαρισμού φανών
- culture nettoyante : καλλιέργεια προετοιμασίας
- nettoyant universel : προϊόν καθαρισμού γενικής χρήσεως
- four auto-nettoyant : αυτοκαθαριζόμενος φούρνος
Subscribe
0 Comments


