Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

rétrécir in Greek
rétrécir
is pronounced
ρετρεσίρ
.
rétrécir
means in Greek
στενεύω / μπαίνω
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- retrécir / se retrécir : συστέλλομαι / συρρικνούμαι
- rentrer / retrécir : συστέλλω στον αργαλειό
- rétréci : στενεύει στη μέση
- bord délardé / flanc rétréci : άκρο συγκολλήσεως με κλίση
- bassin rétréci : εστενωμένη πύελος
- bassin rétréci : πύελος έχουσα μίαν ή περισσοτέρας διαμέτρους ηλαττωμένας κατά το μέγεθος
- non rétrécissant / résistance au retrait : διαστατικά σταθερό / ανθεκτικό στη συστολή
- irrétrécissabilité / apprêt irrétrécissable : φινίρισμα διαστατικής σταθερότητας
- bassin hypoplastique / bassin généralement rétréci : σμικρυνθείσα πύελος,έχουσα συμμετρικώς βραχυτέρας απάσας τας διαμέτρους
- bassin arthrocacique / bassin rétréci oblique cyphotique : πύελος πάσχουσα εξ αρθροκάκης
Subscribe
0 Comments


