Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

transcription in Greek
transcription
is pronounced
τρανσκριψιόν
.
transcription
means in Greek
μεταγραφή / αναγραφή
.
Source: Rosgovas, all rights reserved
- transcription : μεταγραφή
- transcription : αντίγραφο ομιλίας
- cécographie / Inscription en braille : γραφή τυφλών
- qRT-PCR / RT-PCR quantitative : ποσοτική αντίδραση ανάστροφης μεταγραφάσης πραγματικού χρόνου / αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης με τη χρήση αντίστροφης μεταγραφάσης σε πραγματικό χρόνο
- faute de transcription : εσφαλμένη αντιγραφή
- transcription divergente : αποκλίνουσα μεταγραφή
- activateur de transcription : διεγέρτης μεταγραφής / μεταγραφικός ενεργοποιητής
- transcription au plan fiscal : μορφή με την οποία αποτυπούται στο φορολογικό επίπεδο
Subscribe
0 Comments


