Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

billet en griego
billet
se dice
μπιγέ
.
billet
significa en griego
εισιτήριο / σημείωμα / χαρτονόμισμα
.
Source: Rosgovas, todos los derechos reservados
- billet / ticket : εισιτήριο
- billets : τραπεζογραμμάτια
- BTAA / papier commercial adossé à des actifs : εμπορικά χρεόγραφα προερχόμενα από τιτλοποίηση / εμπορική κινητή αξία εξασφαλισμένη με περιουσιακά στοιχεία
- vol sec / billet sec : πώληση θέσεων
- promesse / billet à ordre : γραμμάτιο εις διαταγήν / ιδιωτικό έγγραφο αναγνώρισης χρέους
- DAB / bancomat : μηχάνημα αυτόματης ανάληψης μετρητών
- DAB / GAB : ΑΤΜ / αυτόματη ταμειακή μηχανή
- BON / billet à ordre négociable : διαπραγματεύσιμος διατραπεζικός τίτλος
- DAB / GAB : ATM / αυτόματη ταμειακή μηχανή
- GAB / guichet automatique de banque : ATM / αυτόματη ταμειακή μηχανή' αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή' μηχάνημα αυτόματης συναλλαγής
Subscribe
0 Comments


