Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

municipal en griego
municipal
se dice
μυνισιπάλ
.
municipal
significa en griego
δημοτικός
.
Source: Rosgovas, todos los derechos reservados
- "Ma Tante" / Mont-de-Piété : ενεχυροδανειστήριο
- impôt local / impôt municipal : τοπικός φόρος / φόρος τοπικής αυτοδιοίκησης
- municipalité / conseil municipal : ο κοινοτάρχης και οι κοινοτικοί
- élu municipal : δημοτικός ή κοινοτικός εκπρόσωπος
- élu municipal : δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος
- DMS / déchets municipaux solides : απορρίμματα / αστικά στερεά απόβλητα
- taxe municipale : φόρος δήμων / δημοτικός φόρος
- PM / police urbaine : Δημοτική Αστυνομία
- commune-district / district municipal : δημοτικό διαμέρισμα
- niveau municipal : επίπεδο δημοτικής αρχής
Subscribe
0 Comments


