Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

perpétuel en griego
perpétuel
se dice
περπετυέλ
.
perpétuel
significa en griego
ισόβιος / αιώνιος
.
Source: Rosgovas, todos los derechos reservados
- réclusion à vie / réclusion à perpétuité : ισόβια κάθειρξη
- emprunt perpétuel : δάνειο αόριστης διάρκειας
- rente perpétuelle / obligation de rente : ατέρμων ράντα / ομολογιακό δάνειο χωρίς τακτή λήξη
- emprunts perpétuels : χωρίς προθεσμία ή διηνεκείς ομολογίες(consols)
- calendrier perpétuel : συνεχές ημερολόγιο
- assurance perpétuelle : συνεχής ασφάλιση
- obligation perpétuelle / obligation irremboursable : μή εξαγοράσιμος ομολογία / ομολογία ισχύουσα εις το διηνεκές
- climat de gel perpétuel : κλίμα αιωνίων πάγων
- obligations perpétuelles : διαρκείς ομολογίες
- calendrier dit perpétuel : ημερολόγιο "διαρκείας"
Subscribe
0 Comments


