Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

généraliste en grec
généraliste
se prononce
ζενεραλίστ
.
généraliste
signifie en grec
παθολόγος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- généraliste / omnipraticien : γενικός ιατρός / ιατρός πρωτοβάθμιας περίθαλψης
- chaîne généraliste : τηλεοπτικός σταθμός γενικού περιεχομένου
- chaîne généraliste : σταθμός γενικού περιεχομένου
- MG / médecin généraliste : γενικός ιατρός / ιατρός με ειδικότητα γενικής ιατρικής
- assistant généraliste : βοηθός διοίκησης γενικών καθηκόντων
- recrutement de généralistes : πρόσληψη υπαλλήλων γενικών καθηκόντων
- prestations de médecins généralistes : υπηρεσίες παθολόγου / υπηρεσίες γενικού ιατρού
S’abonner
0 Commentaires


