Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

infecter en grec
infecter
se prononce
ενφεκτέ
.
infecter
signifie en grec
μολύνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- infecter : μολύνω
- infecter : προσθήκη αζωτοβακτηρίων
- DICT50 / dose infectant 50 % de la culture tissulaire : δόση που μπορεί να μολύνει το 50% της ιστοκαλλιέργειας
- infection sexuellement transmissible / IST : σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη / αφροδίσια λοίμωξη (Deprecated)
- bois infecté : μολυσμένο ξύλο
- zone infectée : μολυσμένη ζώνη
- IAS / infection associée aux soins : ιατρογενής λοίμωξη (Preferred) / λοίμωξη που σχετίζεται με την παροχή υγειονομικής περίθαλψης
- abattage total / abattage sanitaire : ολοκληρωτική καταστροφή των προσβεβλημένων ζώων
- animal infecté : ζώο που έχει προσβληθεί από αφθώδη πυρετό
- IO / infections secondaires : ευκαιριακές λοιμώξεις / δευτερογενείς λοιμώξεις
S’abonner
0 Commentaires


