Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

lauréat en grec
lauréat
se prononce
λορεά
.
lauréat
signifie en grec
νικητής / αριστεύσας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lauréat / candidat lauréat : επιτυχών υποψήφιος σε διαγωνισμό
- lauréat d'un concours : επιτυχία του υποψηφίου σ'ένα διαγωνισμό / υποψήφιος που περιλαμβάνεται στους πίνακες επιτυχίας
- lauréat du prix Sakharov : νικητής του Βραβείου Ζαχάρωφ
- lauréat du concours général en biologie : διάκριση στο γενικό διαγωνισμό βιολογίας
- diplôme de lauréat en médecine et chirurgie : δίπλωμα αποφοίτου ιατρικής και χειρουργικής
S’abonner
0 Commentaires


