Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

muet en grec
muet
se prononce
μυέ
.
muet
signifie en grec
μουγγός / αμίλητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- muet / incapable de parler : άτομο με προβλήματα ομιλίας
- muet : έτοιμος / γινομένος
- muté / moût muet : γλεύκη των οποίων διαταράχθηκε ή σταμάτησε η ζύμωση με την προσθήκη αλκοόλης
- cygne tuberculé / cygne muet : βουβόκυκνος
- violon muet : βουβό βιολί
- guichet muet / service de type kiosque : διευθέτηση τύπου κιοσκ 2)διευθέτηση τύπου kiosk
- carte muette : βουβός χάρτης
- lagopède muet / lagopède des Alpes : βουνοχιονόκοτα
- variable libre / variable muette : ελεύθερη μεταβλητή
- mutation muette / mutation silencieuse : σιωπηλή μεταλλαγή
S’abonner
0 Commentaires


