Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

troupeau en grec
troupeau
se prononce
τρουπό
.
troupeau
signifie en grec
κοπάδι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- troupeau : κοπάδι
- troupeau / cheptel de volailles : κοπάδι ορνίθων / σμήνος πουλερικών
- harde / troupeau : κοπάδι / ποίμνιο
- PMTVA / PAMTVA : πριμοδότηση ανά θηλάζουσα αγελάδα / πριμοδότηση για τη θηλάζουσα αγελάδα
- PMTVA / prime à la vache allaitante : επιδότηση για τη διατήρηση του κοπαδιού θηλαζουσών αγελάδων
- troupeau nomade : νομαδική ποίμνη / νομαδικό κοπάδι
- troupeau d'oies : κοπάδι από χήνες
- troupeau adulte : Κοπάδι ενηλίκων ζώων
- troupeau commun / troupeau collectif : συλλογικό ποίμνιο
- cheptel laitier / troupeau laitier : αγέλη για γαλακτοπαραγωγή / κεφάλαιο γαλακτοφόρων αγελάδων
S’abonner
0 Commentaires


