Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

vital en grec
vital
se prononce
βιτάλ
.
vital
signifie en grec
ζωτικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vital / durant la vie : κατά την διάρκεια της ζωής
- événement / événement vital : συμβάν στην ανθρώπινη ζωή
- domaine vital : περιοχή ενδημίας
- espace vital : χώρος διαβίωσης
- index vital / indice vital : δείκτης ζωτικότητας
- courbe vitale : βιολογικό γήρας / φυσιολογικό γήρας
- menace vitale : άμεση ζωτική απειλή
- circuit vital : ζεύξη σχετική με την ασφάλεια / κύκλωμα σχετικό με την ασφάλεια
- minimum vital : ελάχιστο όριο διαβίωσης
- minimum vital : κατώτατο όριο διαβίωσης
S’abonner
0 Commentaires


