Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

amasser στα ελληνικά
amasser
λέγεται
αμασέ
.
amasser
σημαίνει στα ελληνικά
μαζεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- les précipités extrêmement fins amassés localement : κατά θέσεις συσσωμάτωση λεπτομερών κατακρημνισμάτων
Subscribe
0 Comments


