Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

brancher στα ελληνικά
brancher
λέγεται
μπρανσέ
.
brancher
σημαίνει στα ελληνικά
συνδέω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- brancher / aiguiller : διακλαδίζομαι
- brancher : συνδέω / κάνω συνδεσμολογία
- attache / branche : ράμπα / κεκλιμένη πρόσβαση
- branche : κλάδος
- pistolet / branche à fruit : καρποφόρο ξύλο
- branche : ακτίνα
- branche : υποκατάστημα
- branche : κλάδος / πρέμνον
- bras / branche : κλάδος
- branche : κλάδος κόμβου
Subscribe
0 Comments


