Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décret στα ελληνικά
décret
λέγεται
ντεκρέ
.
décret
σημαίνει στα ελληνικά
διάταγμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- décret : διάταγμα/απόφαση (δικαστηρίου)
- décret / mandat exécutif : εκτελεστικό διάταγμα
- décret : διάταγμα
- arrêté / décret : διάταγμα
- BGBl / Journal officiel pour la publication des lois, décrets et ordonnances : BGBl / Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ΟΔΓ
- loi Töpfer / décret sur l'élimination des déchets d'emballage : Διάταγμα για τη διάθεση των απορριμμάτων από συσκευασίες
- décret-loi : νομοθετικό διάταγμα
- décret-loi : Ν.Δ.' ν.δ. / νομοθετικό διάταγμα
- arrêté royal / décret royal : βασιλικό διάταγμα
Subscribe
0 Comments


