Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

pignon στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
pignon
λέγεται
πινιόν
.
pignon
σημαίνει στα ελληνικά
avoir pignon sur rue είμαι ευκατάστατος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • pignon / pignon de pin : κουκουνάρι
  • pignon : pinion / πινίον
  • gable / gâble : μετώπη
  • pignon : πινιόν / κωνικός οδοντωτός τροχός
  • pignon : κουκουνάρια
  • baladeur / pignon baladeur : μπαλαντέρ
  • baladeur / pignon baladeur : ολισθαίνων οδοντωτός τροχός
  • pignon fou / roue folle : "τεμπέλης"(κοιν.) / αλυσσοτροχός ελευθέρας περιστροφής
  • paroi aval / gignon AVANT : διαχωριστικός τοίχος
  • pignon fou : τρελός τροχός / ελεύθερος οδοντωτός τροχός

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments