Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

simuler στα ελληνικά
simuler
λέγεται
σιμυλέ
.
simuler
σημαίνει στα ελληνικά
προσποιούμαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- simuler : προσομοιώνω
- homme salé / homme simulé : "αλάτινος άνθρωπος" / προσομοίωμα ανθρώπου
- vol simulé : πτήση εξομοίωσης
- mariage de complaisance (Preferred) / mariage fictif : λευκός γάμος / εικονικός γάμος
- robot simulé : προσομοιούμενο ρομπότ
- offre simulée : εικονική προσφορά
- trajet simulé : προσομοιωμένη διαδρομή
- recuit simulé : προσομοιωτική δακτυλίωση
- contrat simulé : εικονική σύμβαση
- travail simulé : προσομοιωμένη εργασία
Subscribe
0 Comments


