Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fermer στα ελληνικά
fermer
λέγεται
φερμέ
.
fermer
σημαίνει στα ελληνικά
κλείνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fermer : κλείνω / θέτω εκτός λειτουργίας
- commis / commis de ferme : υπάλληλος αγροτικής επιχείρησης
- visser / boulonner : βιδώνω
- S3/7 : Σ3/7
- boucle / maille : βρόχος / κλειστό κύκλωμα
- laveur / laveuse de ferme : μηχανή πλύσης / μηχανή πλύσης αγροκτήματος
- SICAF / fonds de placement fermé : επενδυτικός οργανισμός κλειστού τύπου / εταιρεία επενδύσεων κλειστού τύπου
- bétail / animaux : θρέμματα / βοσκήματα
- CLOSED / centre écoindustriel basé sur un système de gestion en boucle fermée : CLOSED / Οικοβιομηχανικό κέντρο βάσει συστήματος κλειστού βρόχου
- ferme / ferme (bâtiment : αγροτικό οίκημα/αγροικία
Subscribe
0 Comments


